σιγανοπόταμο

σιγανοπόταμο
το скрытный, коварный человек

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "σιγανοπόταμο" в других словарях:

  • σιγανοπόταμο — το, Ν μτφ. (για πρόσ.) σιγανοπαπαδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγανός + ποτάμι] …   Dictionary of Greek

  • Φραγκοπαναγιά — η 1. η Παναγία των Φράγκων (των καθολικών). 2. μτφ. (ειρωνικά), γυναίκα που εμφανίζεται σεμνή, σιγανοπαπαδιά, σιγανό ποτάμι, σιγανοπόταμο, αθώα περιστερά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»